Ο παραλογισμός του νέου τρόπου φορολογίας

Γράφει ο Γιώργος Α. Κορομηλάς, Πρόεδρος Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών
Τον Ιανουάριο του 2013 ψηφίστηκε ο Ν. 4110/2013 ο οποίος καθιέρωσε ένα νέο τρόπο φορολόγησης του εισοδήματος των φυσικών προσώπων με ισχύ αφενός για τα εισοδήματα του 2013, δηλαδή αυτά που θα φορολογηθούν με τις δηλώσεις που έχουν ξεκινήσει να υποβάλλονται από τις 20 Μαρτίου και αφετέρου για τα εισοδήματα του 2014 και επομένων ετών μιας και ο τρόπος αυτός φορολογίας παραμένει και με το νέο κώδικα φορολογίας εισοδήματος.
Παρατηρούμε ότι το εισόδημα των φυσικών προσώπων φορολογείται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με την πηγή προέλευσης, δηλαδή άλλη κλίμακα προβλέπεται για μισθωτούς – συνταξιούχους, άλλη για αυτοαπασχολούμενους και άλλη κλίμακα για όσους αποκτούν εισόδημα από ακίνητα.
Παράλληλα οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν αφορολόγητο όριο για κανέναν, με εξαίρεση μόνο μισθωτούς και συνταξιούχους, όπου για αυτούς θεσπίστηκε μείωση φόρου στη θέση του αφορολογήτου ανεξάρτητα της οικογενειακής τους κατάστασης, όπως επίσης δεν προβλέπουν άλλες μειώσεις φόρου με εξαίρεση πάλι τους μισθωτούς – συνταξιουχους όπου για αυτούς παρέχονται μειώσεις φόρου για ιατρικές – νοσοκομειακές και φαρμακευτικές δαπάνες, για καταβαλόμενη διατροφή σε άλλο σύζυγο που αποτελεί φορολογητέο εισόδημα γι’ αυτόν και τέλος για δωρεές και χορηγίες.
Εαν λοιπόν δούμε κάποια παραδείγματα παρατηρούμε, με έκπληξη πιστεύω, ότι φορολογούμενοι με το ίδιο ακριβώς εισόδημα έστω 20.000 ευρώ να έχουν διαφορετική φορολογική επιβάρυνση, δηλαδή αν είναι μισθωτοί ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 2.300 ευρώ, αν είναι αυτοαπασχολούμενοι ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 5.200 ευρώ πλέον προκαταβολής φόρου με συντελεστή 55% και τέλος αν το εισόδημα αυτό προέρχεται από μισθώματα ακινήτων 3.840 ευρώ πλέον συμπληρωματικού φόρου με συντελεστή 1,5% ή 3% και φυσικά προκαταβολή φόρου με συντελεστή 55%.
Επισημαίνεται επίσης ότι αν ένας φορολογούμενος έχει το εισόδημα των 20.000 ευρώ από δύο πηγές, έστω 8.000 από μισθούς και 12.000 από ενοίκια, τότε η συνολική του επιβάρυνση ανέρχεται στο ποσό των 1.200 ευρώ, ήτοι 1.100, 4.000 και 2.640 ευρώ λιγότερο φόρο από τους φορολογουμένους που έχουν το ίδιο εισόδημα προερχόμενο από μία πηγή.
Σε ό,τι αφορά τη φορολογία τυχόν διαφοράς τεκμηρίων, εδώ ξεκινά ο παραλογισμός. Ο κώδικας φορολογίας εισοδήματος προβλέπει ότι η διαφορά τεκμηρίων προστίθεται στα εισοδήματα της πηγής από την οποία δηλώνονται τα μεγαλύτερα εισοδήματα και αν δεν δηλώνονται εισοδήματα από καμία πηγή φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες. Έστω λοιπόν άνεργος που το 2013 παρακολούθησε επιδοτούμενα σεμινάρια επιμόρφωσης, με στόχο να βρεί κάποια στιγμή εργασία, λαμβάνοντας ένα ποσό ύψους 300 ευρώ από το οποίο παρακρατήθηκε φόρος εισοδήματος 60 ευρώ.
Το εισόδημα αυτό επειδή δηλώνεται ενεργοποιεί το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ, και επειδή χαρακτηρίζεται εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις προκύπτει φόρος 780 ευρώ πλέον προκαταβολή 429 ευρώ, δηλαδή για εισόδημα ύψους 300 ευρώ ο άνεργος καλείται να εκταμιεύσει ποσό ύψους 1.209 ευρώ. Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο, παραλογισμός που πρέπει να σταματήσει. Πολλά τέτοιου είδους παραδείγματα δημοσιεύονται καθημερινά από τη Διαδικτυακή Ομάδα Παρέμβασης Λογιστών – Φοροτεχνικών με την ελπίδα να τα δουν, αν και τα ξέρουν, οι υπεύθυνοι και να τροποποιήσουν έστω και τώρα τις υπόψη διατάξεις προστατεύοντας τους ανθρώπους, ειδικά πολλούς νέους, όπου στην προσπάθειά τους για να βρουν δουλεία είχαν την «ατυχία» να αποκτήσουν ένα χαρτζηλίκι.