Ενεργοποιούνται διατάξεις του νόμου 4174 που ψηφίστηκε πέρυσι στη Βουλή και ισχύουν και για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2014

Μπλεξίματα με την εφορία που θα υπολογίζει από μόνη της το φορολογητέο εισόδημα των φορολογουμένων και θα επιβάλλει πρόσθετους φόρους, θα έχουν έτσι όχι μόνον όσοι εμπλέκονται σε μόνο «βαριές» υποθέσεις φοροδιαφυγής που απασχολούν τις διωκτικές αρχές, αλλά ακόμα και ανυποψίαστοι φορολογούμενοι που μπορεί να μπουν στο στόχαστρο για απλές γραφειοκρατικές παραβάσεις ή παραλείψεις.

Ενεργοποιούνται διατάξεις του νόμου 4174 που ψηφίστηκε πέρυσι στη Βουλή και ισχύουν και για τα εισοδήματα που αποκτώντας από 1.1.2014, αλλά και για κάθε έλεγχο σε προηγούμενα έτη.

Το μέτρο αφορά όλους τους φορολογουμένους, ασχέτως πηγής εισοδήματος, ακόμα και μισθωτούς ή συνταξιούχους.

Οι φορολογούμενοι και όχι η εφορία φέρουν το βάρος της απόδειξης, ακόμα και για υποθέσεις του μακρινού παρελθόντος, αν θεωρηθούν «ύποπτοι φοροδιαφυγής» και βρεθούν μπλεγμένοι ακόμα και «δια ασήμαντον αφορμή» ή μετά από … ανώνυμη καταγγελία που θα προκαλούσε διενέργεια ελέγχου σε βάρος τους.

Έλεγχοι θα γίνονται για να επιβληθεί πρόσθετη της φορολογητέα ύλη σε φυσικά πρόσωπα, αξιοποιώντας:

– πληροφορίες και δεδομένα για έσοδα από κάθε πηγή

– πραγματοποιηθείσες δαπάνες πάσης φύσεως, που εξετάζει η εφορία, για τον ίδιο τον/την σύζυγο του και τα προστατευόμενα μέλη αυτών.

Στον τρόπο και στη διαδικασία ελέγχου που ορίζεται με την απόφαση αυτή μπορούν, μεταξύ άλλων, να υποβληθούν οι φορολογούμενοι:

– αν έχουν υπάρξει πληροφορίες για παράνομα ή αδήλωτα εισοδήματα, αγορές ή δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές, οικογενειακές). Αρκεί δηλαδή και ένας δυσαρεστημένος πρώην συνεταίρος, σύζυγος, λογιστής ή γείτονας να δώσει ανώνυμα πληροφορίες για κάποιον φορολογούμενο, προκειμένου να κινήσει έρευνα σε βάρος του.

– αν παραμένουν ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος επιτηδευματιών, για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 και μετά, αν διαπιστωθεί ότι που:

α) δεν τηρούν σωστά τα λογιστικά αρχεία ή οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα ή τον Κώδικα Φορολογικής Διοίκησης. Σημειώνεται πως 1 στους 5 επιτηδευματίες δεν υποβάλλουν ως τώρα περιοδικές ΦΠΑ και υπολογίζονται σε πάνω από 800.000 εκείνοι που έχουν παραλείψει να υποβάλουν δηλώσεις στην εφορία.

β) δεν προσκομίζουν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία στην εφορία μετά από σχετική πρόσκληση.

– αν έχουν ανέλεγκτες χρήσεις για διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες δεν είχε γίνει έναρξη ελέγχου μέχρι 31/12/2013 και συντρέχει μία ή περισσότερες από τις πιο κάτω περιπτώσεις:

α) υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός (περιουσιακά στοιχεία και καταθέσεις),

β) παρουσιάζονται μεγάλες δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου φυσικού προσώπου(ατομικά και οικογενειακά),

γ) Είναι μέλη εταιρειών (οποιασδήποτε μορφής) με ζημιογόνα αποτελέσματα,

δ) δεν τηρούνται ή δεν επιδεικνύονται τα βιβλία και τα στοιχεία ΚΒΣ/Κ.Φ.Α.Σ.,

Οι έλεγχοι γίνονται με βάση τις κινήσεις του χρήματος. Συγκεκριμένα στηρίζεται:

– στα στοιχεία για τις κινήσεις χρημάτων μέσω των τραπεζών

– στοιχεία για την περιουσιακή κατάσταση (μετρητά «στο στρώμα», ακίνητα κλπ) που καλείται να τα παράσχει στην εφορία για να κάνει «ανταπόδειξη» σε όσα του καταλογίζονται

– στοιχεία για τις συνθήκες διαβίωσης του ιδίου, του/της συζύγου του και των προστατευόμενων μελών τους, για τις ελεγχόμενες φορολογικές περιόδους

– κάθε άλλο στοιχείο που η Φορολογική Διοίκηση θεωρεί απαραίτητο να ζητήσει από τον ελεγχόμενο.

Στα στοιχεία που μπορεί να του ζητηθούν και θα πρέπει να τα τεκμηριώσει με έγγραφα συμπεριλαμβάνονται (ενδεικτικά):

– στοιχεία για ακίνητα (οικόπεδα, αγροτεμάχια, κτίσματα κάθε μορφής),

– στοιχεία για κινητά μέσα (οχήματα κάθε μορφής, πλωτά και εναέρια μέσα),

– στοιχεία για επενδύσεις/συμμετοχές κάθε μορφής,

– στοιχεία για καταθέσεις κάθε μορφής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό,

– στοιχεία για διαθέσιμα μετρητά,

– στοιχεία για έργα τέχνης, συλλογές και λοιπά τιμαλφή και για απαιτήσεις/υποχρεώσεις κάθε είδους, αξίας άνω των 5.000 ευρώ.

Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει να παρέχονται ξεχωριστά και αναλυτικά ανά έτος, για κάθε φορολογική περίοδο σε περίπτωση που υπάρχουν μεταβολές.

Το βάρος της απόδειξης για τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία φέρει ο φορολογούμενος.

Αν επικαλεστεί καταθέσεις και μετρητά που είχε στη διάθεσή του στο παρελθόν, προκειμένου να γίνει δεκτό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το πραγματικό διαθέσιμο κεφάλαιο προηγουμένων ετών, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τα δεδομένα των υποβληθεισών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ή όμως και από στοιχεία που έχει στην διάθεση της η ελεγκτική υπηρεσία.

Η προκύπτουσα διαφορά θεωρείται μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.

Mε την Τεχνική ελέγχου του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά, από τις συνολικές τραπεζικές καταθέσεις της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου αφαιρούνται τα κατατεθειμένα ποσά που αφορούν μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα, όπως εκταμιεύσεις δανείων, συμψηφιστικές κινήσεις και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.

Στο Υπόλοιπο των καθαρών τραπεζικών καταθέσεων προστίθενται όλες οι καταβολές σε μετρητά για αγορές, δαπάνες (προσωπικές/οικογενειακές ή επαγγελματικές) και λοιπές συναλλαγές και αφαιρούνται τα μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς.

Το νέο Υπόλοιπο αναμορφώνεται με τις αυξήσεις/ μειώσεις εισπρακτέων λογαριασμών και συγκρίνεται με τα συνολικά δηλωθέντα Εισοδήματα.

Η προκύπτουσα διαφορά θεωρείται μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.