Οι «κρυφές» παροχές σε είδος

Οι περιπτώσεις των παροχών άνω των 300 € που αναφέρονται στην εγκύκλιο είναι ενδεικτικές και όχι περιοριστικές.
Η ερμηνευτική εγκύκλιος Πολ. 1219/2014 σχετικά με τις παροχές σε είδος ασφαλώς τράβηξε πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας, καθώς με αυτή δίνονται οι αναγκαίες οδηγίες εφαρμογής του άρθρου 13 του Ν 4172/2013. Όπως συνήθως συμβαίνει τα Μ.Μ.Ε. βρήκαν την ευκαιρία να κατακεραυνώσουν την «κακή» Γ.Γ.Δ.Ε. που φορολογεί τις παροχές σε είδος, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι με την συγκεκριμένη εγκύκλιο δίνονται οδηγίες για την εφαρμογή μίας ήδη ψηφισθείσας διάταξης, η οποία όταν είχε ψηφισθεί είχε περάσει μάλλον στα «ψιλά».

Οπωσδήποτε υπάρχουν και στην ίδια την εγκύκλιο ζητήματα για σχολιασμό, όπως κυρίως η πρόβλεψη να ελέγχονται από τα λογιστήρια μία προς μία οι κλήσεις από τα εταιρικά κινητά των υπαλλήλων που υπερβαίνουν το πρόγραμμα χρήσης ή ο ανάλογος έλεγχος των κινήσεων των εταιρικών πιστωτικών καρτών. Πάντως στην πρώτη περίπτωση δεδομένου ότι για την αποφυγή φορολόγησης των επιπλέον κλήσεων θα γίνεται δεκτή η βεβαίωση της εταιρείας, ακυρώνεται στην πράξη η απαίτηση καταμέτρησης των κλήσεων. Αυτό ωστόσο που θέλουμε να επισημάνουμε με αυτό το σημείωμα είναι το γεγονός ότι οι περιπτώσεις των παροχών άνω των 300 € που αναφέρονται στην εγκύκλιο είναι ενδεικτικές και όχι περιοριστικές.

Για παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τις ασφαλιστικές καλύψεις που παρέχουν πολλές εταιρείες στους εργαζόμενους σε αυτές μέσω ομαδικών ή ατομικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Με το προηγούμενο καθεστώς του Ν 2238/1994 οι δαπάνες αυτές θεωρούνταν επιχειρηματικές δαπάνες και εξέπιπταν μερικώς από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 31.

Πλέον με το Ν 4172/2013 το δικαίωμα έκπτωσης της δαπάνης ισχύει, αλλά τίθεται το θέμα του «εισοδήματος» που αποκτά ο επωφελούμενος εργαζόμενος. Συγκεκριμένα διακρίνονται δύο περιπτώσεις:

1. Τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων. Για αυτά γίνεται δεκτό ότι εξαιρούνταιαπό τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία (περ. ι’ , παρ.1, άρθρου 14). Η αναφορά όμως σεομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τυχόν ατομικά ασφαλιστήρια συνταξιοδοτικά συμβόλαια, που καλύπτονται από την εταιρεία, δεν απαλλάσσονται και θα θεωρηθούν εισόδημα από μισθωτή εργασία δηλαδή παροχή σε είδος.

2. Τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργοδότη για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Στην περίπτωση αυτή εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία ασφάλιστρα μέχρι του ποσού των 1.500 ευρώ ετησίως (περ. ια’ της ιδίας παραγράφου). Τυχόν υπερβάλλον ποσό δαπάνης για κάποιους εργαζόμενους εντός του έτους, θα θεωρηθεί ομοίως εισόδημα από μισθωτή εργασία και θα πρέπει να φορολογηθεί.

Τα παραπάνω θα ισχύσουν με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή αθροιζόμενη με τις άλλες παροχές της παρ.1 του άρθρου 13 υπερβαίνουν το ποσό των 300 ευρώ.

Η περίπτωση που αναφέρουμε είναι επίσης ενδεικτική και αποσκοπεί στο να γίνει αντιληπτό, ότι υπό το πρίσμα της νέας φιλοσοφίας που εισάγει ο Ν 4172/2013 μία σειρά από δαπάνες των επιχειρήσεων θα πρέπει να εξεταστούν και ως προς την ενδεχόμενη παροχή σε είδος που μπορεί να υποκρύπτουν, δεδομένου ότι οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας θα πρέπει να αποτιμήσουν και να περιλάβουν όλες αυτές τις παροχές, στις βεβαιώσεις αποδοχών που θα καταρτίσουν για το έτος 2014.

epixeirisi.gr