Σκληραίνουν» οι πρακτικές των φορολογικών ελέγχων επί φυσικών προσώπων.

• «Σκληραίνουν» οι πρακτικές των φορολογικών ελέγχων επί φυσικών προσώπων. Τόσο η φορολογική διοίκηση όσο και οι δικαστικές αρχές κάνουν χρήση της «διακριτικής ευχέρειας» που τους δίνει ο νόμος να κινηθεί άμεσα η ποινική διαδικασία. Η προσφορότερη μέθοδος (από τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου) που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό των αδήλωτων εισοδημάτων είναι αυτή του ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων. Συγκρίνονται οι πρωτογενείς καταθέσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς του φορολογουμένου (όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται ήδη ηλεκτρονικά στη διάθεση της φορολογικής αρχής) με τα δηλωθέντα εισοδήματα της κάθε χρονιάς, και αν υφίστανται τραπεζικές καταθέσεις που δεν δικαιολογούνται, εφαρμόζεται η διάταξη που αφορά την προσαύξηση περιουσίας και ξεκινάει παράλληλα η ποινική διαδικασία (ανάλογα με το ύψος του οφειλόμενου φόρου). Στις περιπτώσεις αυτές για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου λαμβάνονται μέτρα όπως π.χ. δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, θυρίδων κ.λπ.

• Τα 3 βασικά ερωτήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωπα όλα σχεδόν τα φυσικά πρόσωπα που έχουν την «τύχη» να ελεγχθούν από τις φορολογικές αρχές, κυρίως σε θέματα εμβασμάτων εξωτερικού, καλείται να απαντήσει το ΣτΕ, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα: α) η διάταξη για την προσαύξηση περιουσίας αποτελεί διαδικαστική ή ουσιαστική διάταξη; Πρόκειται δηλαδή απλά για μια διάταξη που καθορίζει ποιος έχει το βάρος απόδειξης της πηγής προέλευσης του ποσού που πρέπει να δικαιολογηθεί και μπορεί να ισχύσει αναδρομικά χωρίς χρονικό περιορισμό, ή είναι ουσιαστική διάταξη περιορισμένης αναδρομικής ισχύος, όπως ορίζει το Σύνταγμα; (άρθρο 78 παρ. 2 – ένα έτος πίσω από το έτος που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος), β) ο κρίσιμος χρόνος φορολόγησής τους είναι αυτός της αποστολής του εμβάσματος στο εξωτερικό ή ο (προηγούμενος) χρόνος σχηματισμού της τραπεζικής κατάθεσης; και γ) θα ληφθεί υπόψη για την αιτιολόγηση του ποσού ολόκληρο το κεφάλαιο που σχηματίζεται από το άθροισμα των δηλωθέντων εισοδημάτων στις φορολογικές δηλώσεις ή από αυτό θα αφαιρεθούν οι τεκμαρτές δαπάνες;

• Επιτυχία αποτελεί για τις αγγλικές φορολογικές αρχές ο θεσμός της διαμεσολάβησης (γνωστός ως ADR – alternative dispute resolution) που είναι σε ισχύ τα τελευταία χρόνια στην Αγγλία και έχει συμβάλει στην επίλυση μεγάλου αριθμού φορολογικών υποθέσεων. Η μείωση του κόστους, καθώς και του χρόνου επίλυσης των διαφορών αποτελούν τα δύο βασικά συστατικά της επιτυχίας του θεσμού. Η διαμεσολάβηση αποτελεί την καλύτερη διέξοδο για τον Αγγλο φορολογούμενο α) που επιθυμεί να προβάλει στην εφορία τους ισχυρισμούς του, β) όταν χρειάζεται εξηγήσεις για τα επιπλέον στοιχεία και πληροφορίες που του ζητάει η εφορία σε περίπτωση ελέγχου ή γ) όπως είναι φυσικό, στις περιπτώσεις που δεν είναι «εύκολη» η επικοινωνία με τις φορολογικές αρχές.

• Δεδομένου του μικρού αριθμού των ενδικοφανών προσφυγών που είναι σε θέση να ελέγξει η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (χαρακτηριστικά, μέσα στο 2015 από τις 9.028 ενδικοφανείς προσφυγές που κατατέθηκαν στη ΔΕΔ, για 3.927 εξέπνευσε η προθεσμία χωρίς να προλάβει η επιτροπή να τις εξετάσει) καθώς και του χρόνου και κόστους που επωμίζεται ο φορολογούμενος για την επίλυση των φορολογικών διαφορών μέσω της δικαστικής οδού, ίσως θα μπορούσαμε και στην Ελλάδα να εξετάσουμε νέες διεξόδους επίλυσης των φορολογικών θεμάτων που συσσωρεύονται καθημερινά.

• Aπό τον Ιούνιο του 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διερευνά τις πρακτικές ευνοϊκών φορολογικών συμφωνιών που εφαρμόζουν τα κράτη-μέλη για την προσέλκυση νέων εταιρειών στις χώρες τους. Τον Οκτώβριο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε ότι το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες χορήγησαν επιλεκτικά φορολογικά πλεονεκτήματα στη Fiat και στη Starbucks αντίστοιχα. Βρίσκονται επίσης σε εξέλιξη τρεις διεξοδικές έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την Apple στην Ιρλανδία, την Amazon στο Λουξεμβούργο και τη McDonald’s στο Λουξεμβούργο, καθώς η Επιτροπή ανησυχεί ότι οι ευνοϊκές φορολογικές συμφωνίες ενδέχεται να θέσουν ζητήματα κρατικών ενισχύσεων.

• Για τα εισοδήματα από δικαιώματα (royalties) φυσικών προσώπων δεν ισχύει η εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης με φόρο ύψους 20%, στις περιπτώσεις που ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα εξαιτίας των δικαιωμάτων που κατέχουν. Αυτό αφορά περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος, φυσικό πρόσωπο, έχει κάνει έναρξη επιτηδεύματος, ως ελεύθερος επαγγελματίας ή εμπορική επιχείρηση, με δραστηριότητα σχετική με την είσπραξη δικαιωμάτων όπως π.χ. συγγραφείς για τα συγγραφικά δικαιώματα, καλλιτέχνες για τα συναφή δικαιώματα, υπηρεσίες ηλεκτρονικής λήψης (downloading) λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή που παρέχονται στο πλαίσιο ατομικής επιχείρησης κ.λπ. Για τα πρόσωπα αυτά, τα συγκεκριμένα εισοδήματα φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα είτε ημεδαπής είτε αλλοδαπής προέλευσης. Οταν το εισόδημα αυτό αποκτάται από ημεδαπό φυσικό πρόσωπο που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα εξαιτίας των δικαιωμάτων που κατέχει, ακόμη και αν έχει πραγματοποιήσει έναρξη εργασιών για άλλη δραστηριότητα, η φορολογική του υποχρέωση εξαντλείται με την παρακράτηση του 20%.

Πηγή: Grant Thornton