Χιλιάδες «εγκλωβισμένοι» από τους ελέγχους για τις λίστες Τεράστια λόγω προσαυξήσεων πρόστιμα αλλά μικρές εισπράξεις για το Δημόσιο

Ενας πολύχρονος ασφυκτικός οικονομικός κλοιός με τεράστια πρόστιμα αλλά σχετικά μικρές εισπράξεις για το Ελληνικό Δημόσιο περιμένει τους περίπου 100.000 ελεγχόμενους ως υπόπτους για φοροδιαφυγή που περιλαμβάνονται στις λίστες Λαγκάρντ, Μπόργιανς κ.ά. Αν και οι έλεγχοι κρίνονται από πολλούς αναγκαίοι για να ξεκαθαρίσει το τοπίο για την προέλευση των χρηματικών ποσών, εν τούτοις οι ελεγχόμενοι αντιμετωπίζουν πλήρες «μπλοκάρισμα» των λογαριασμών τους, δεν έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε συναλλαγές της καθημερινότητας, ενώ πολλές φορές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν συναλλαγές τους προ πολλών ετών λόγω και της καταστροφής των σχετικών αρχείων των τραπεζών.

«Το Βήμα» καταγράφει την επόμενη ημέρα της «λίστας Λαγκάρντ» και άλλων καταλόγων και την άγνωστη πλευρά των ελέγχων που πραγματοποιούν οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών, όπως τουλάχιστον την περιγράφει ένας εκ των νομικών εκπροσώπων των ελεγχομένων.

«Ξεσκόνισμα» από το 2000

Οπως σημειώνει ο δικηγόρος Αθηνών κ. Μιχάλης Μαρκουλάκος που χειρίζεται σειρά τέτοιων υποθέσεων, «μια διασταυρωτική λίστα εξωτερικού ή εσωτερικού (είτε είναι εμβάσματα είτε λογαριασμοί στο εξωτερικό ή κινήσεις κεφαλαίων στην Ελλάδα πάνω από 100.000 ευρώ το έτος κ.ο.κ.), ένα φίλτρο ελέγχου με βάση κριτήρια που θα τεθούν στο υπουργείο (π.χ., οι έχοντες μεγάλη ακίνητη περιουσία ή “ύποπτες” κατηγορίες φορολογουμένων όπως ιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κ.ά.) ή ακόμη και μια ανώνυμη, δίχως περαιτέρω στοιχεία καταγγελία (ναι, ανώνυμη) είναι αρκετά ώστε η φορολογική αρχή να προβεί σε άνοιγμα λογαριασμών από το 2000 και εντεύθεν.

Ο φορολογούμενος που εμπλέκεται σε τέτοια διαδικασία έρχεται αντιμέτωπος με μια μεγάλη περιπέτεια που πολλές φορές τον αιφνιδιάζει. Ανοίγουν οι λογαριασμοί και αθροίζονται, γραμμή-γραμμή, οι πιστώσεις σε αυτούς. Κατ’ αρχάς ο έλεγχος δεν αναγνωρίζει τις χρεοπιστώσεις (δηλαδή, τις μεταφορές κεφαλαίων) ούτε τις αναλήψεις και στη συνέχεια τις καταθέσεις των χρημάτων. Αν δεν είναι την ίδια ημέρα ή την προηγουμένη, προσπαθεί να θέσει εμπόδια στον φορολογούμενο ότι είναι νέα λεφτά και άρα πρέπει να φορολογηθεί. Δεν αντιλαμβάνεται ο έλεγχος (δεν είναι κάτι άλλο από ένα excel με όλες τις τραπεζικές κινήσεις ενός ατόμου αποτυπωμένες) πως τα χρόνια που παρήλθαν είναι πολλά και τα στοιχεία δεν μπορούν να συλλεχθούν επειδή δεν κρατήθηκαν τότε.

Το χειρότερο είναι ότι ακόμη και οι τράπεζες, επειδή έχουν αλλάξει τα μηχανογραφικά τους συστήματα, έχουν θέσει σε οριστικό αρχείο τους κλειστούς λογαριασμούς και αδυνατούν να χορηγήσουν αντίγραφα παραστατικών που είναι απαραίτητα για τον φορολογούμενο. Κάποιες μάλιστα δεν μπορούν να βρουν καν τους παλαιούς λογαριασμούς, ενώ μερικές φορές δεν αναγνωρίζουν ότι είχαν τέτοιους!».

Αξιοσημείωτες περιπτώσεις

Ο κ. Μαρκουλάκος παρουσιάζει περιπτώσεις ιδιοτυπιών στους ελέγχους και προβλημάτων στη δικαιολόγηση των ποσών. Οπως σημειώνει, «ο κ. Τ.Α., από τη Θεσσαλονίκη, έχει κάνει πολλές αιτήσεις σε πολυεθνική τράπεζα με υποκατάστημα στη χώρα μας για να λάβει αντίγραφα επιταγών του 2000-2003 ώστε να διευκρινίσει ποια είναι η πηγή των χρημάτων. Ομως η τράπεζα του δηλώνει ότι δεν τα έχει. Ωστόσο οι ελεγκτές αδιαφορούν γι’ αυτό και θα τον χρεώσουν σαν να είναι νέα ποσά.

Επιπλέον η κυρία Κ.Ε. πούλησε ακίνητο σε αντικειμενική αξία 400.000 ευρώ, ενώ είχε εμπορική 1.000.000. Αγοράστρια ήταν μια εταιρεία η οποία πλήρωσε το “μαύρο” υπερτίμημα όχι από τα ταμεία της αλλά από τον προσωπικό λογαριασμό του διευθύνοντος συμβούλου την ίδια ημέρα με το συμβόλαιο. Ο έλεγχος χρεώνει την κυρία Κ.Ε. ότι είχε εισόδημα 600.000 ευρώ από ελευθέριο επάγγελμα θεωρώντας ότι δεν συνδέονται οι δύο συναλλαγές.

Ο κ. Σ.Σ. καλείται μαζί με τα αδέλφια του να απαντήσει σε έλεγχο για τον θανόντα πατέρα τους σχετικά με τις κινήσεις του λογαριασμού του. Καλούνται, δηλαδή, να δικαιολογήσουν γραμμή-γραμμή τις τραπεζικές κινήσεις ενός νεκρού τις οποίες δεν γνωρίζουν, αλλά αν δεν το κάνουν θα χρεώσει ο έλεγχος τους κληρονόμους.

Εδώ και εννέα μήνες όσοι ελέγχονται από το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ), προτού ακόμη τους κοινοποιηθεί κλήση σε ακρόαση ή έστω τους γνωστοποιηθεί ότι ελέγχονται (με τον οποιονδήποτε τρόπο), έρχονται αντιμέτωποι με δέσμευση των λογαριασμών τους από τον οικονομικό εισαγγελέα αδιακρίτως. Και αν έχει ορίσει ο φορολογούμενος πληρωμές για σχολεία, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ, δάνειο, κοινόχρηστα, ρυθμίσεις σε ΔΟΥ, ΙΚΑ κ.ά., θα πρέπει να κάνει κάθε φορά αίτηση στον εισαγγελέα και αυτός να δέχεται τη (μερική) αποδέσμευση. Βέβαια με μπλοκαρισμένα τα χρήματά του (ενώ ήδη υφίστανται capital controls) ο φορολογούμενος δεν έχει τα στοιχειώδη μέσα για να αμυνθεί. Αν δεν ήταν “προνοητικός” (δηλαδή, να έχει βγάλει τα λεφτά του στο εξωτερικό ή σε μετρητά), αδυνατεί να πληρώσει τις τράπεζες για να πάρει αντίγραφα και βέβαια αδυνατεί να πληρώσει δικηγόρο και λογιστή για να αμυνθεί».

Η αδυναμία απορρόφησης εσόδων

Τέλος, ο κ. Μαρκουλάκος μιλάει για στοιχεία «υπερβολής» στους σχετικούς ελέγχους: «Αν για 100.000 ευρώ απόκρυψη φορολογητέας ύλης το έτος 2002 (από οποιαδήποτε αιτία), τότε (αν δηλωνόταν το 2002) θα πληρωνόταν ένας φόρος της τάξεως του 25%-40%, τώρα, εν έτει 2016, λόγω των προσαυξήσεων (στις οποίες έχει καταργηθεί ο συμβιβασμός), θα ξεπεράσει το 110%. Δηλαδή, για 100.000 ευρώ που δεν δήλωσε κάποιος στην Εφορία, για τα οποία θα πλήρωνε 25.000-40.000 ευρώ φόρο, θα χρεωθεί σήμερα 110.000 ευρώ. Οπότε πολλοί έλληνες φορολογούμενοι έρχονται αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερα σκληρή πραγματικότητα: αν ελεγχθούν και δεν μπορέσουν να αμυνθούν σωστά εξαρχής, θα χρεωθούν με φόρους, πρόστιμα και προσαυξήσεις που δεν μπορούν να πληρωθούν επειδή εν πολλοίς είναι τεράστια δυσανάλογα ποσά για τους φορολογουμένους. Θα γίνουν ληξιπρόθεσμα χρέη για το κράτος, το τελευταίο θα λαμβάνει διοικητικά και ποινικά μέτρα εναντίον των ελεγχομένων (οι οποίοι μπορεί να μην κατάφεραν να αμυνθούν σωστά λόγω ανεπάρκειας στοιχείων) και οι φορολογούμενοι θα είναι εσαεί σε ένα καθεστώς ομηρείας. Και βέβαια δεν έχουν καμία άλλη επιλογή από το να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, η οποία αφενός αργεί, αφετέρου δεν δίνει λύσεις που να μπορούν να αποσυμφορήσουν την κατάσταση.

Ετσι όλοι κυνηγούν και κυνηγιούνται από όλους: το κράτος κυνηγάει τους φορολογουμένους, οι φορολογούμενοι κρύβονται από τις δομές του κράτους, οι τράπεζες κυνηγούν το κράτος, το κράτος βεβαιώνει φόρους που δεν εισπράττει και κατά συνέπεια αυξάνει τις οριζόντιες φορολογήσεις σε μισθωτούς και δημόσιους υπαλλήλους. Και κάπως έτσι, αντί ο στόχος των δημοσίων υπηρεσιών που διενεργούν τους σχετικούς ελέγχους να είναι “πόσα εισέπραξαν”, είναι “πόσα βεβαίωσαν”. Η διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών είναι 1 προς 100».

Ο δικηγόρος προτείνει την πλέον «ενδεδειγμένη» γι’ αυτόν λύση: «Πρέπει το κεφάλαιο αυτό να κλείσει και να δοθεί η δυνατότητα να δηλωθούν τα χρήματα που έχει αποκτήσει ο καθένας χωρίς να πληρωθούν προσαυξήσεις ή πρόστιμα αναχρονιστικά». Το κράτος όμως ακολουθεί διαφορετική τακτική και ανακοινώνει εντατικοποιήσεις των ελέγχων προκειμένου να εντοπίσει παρανομίες για να γεμίσει τα άδεια ταμεία του.

TOVIMA.GR