Ρεκόρ φόρων 32 δισ. στις επιχειρήσεις το 2018, από 25,5 δισ. το 2013

Μία πρωτόγνωρη σε αξία εισπρακτική “επίθεση” στον επιχειρηματικό κόσμο αποκαλύπτουν τα αναλυτικά δεδομένα των Εαρινών Εκτιμήσεων της Κομισιόν. Καταγράφουν ιστορικό ρεκόρ φόρων στην παραγωγή και στις εισαγωγές τόσο φέτος όσο και το 2018: φτάνουν σε αξία στα 31,8 δισ. ευρώ το 2018, από 30,7 δισ. ευρώ φέτος 30 δισ. ευρώ το 2016, αλλά και μόλις 25,5 δισ. ευρώ το επίσης “πλεονασματικό” έτος 2013.

Τα στοιχεία δείχνουν πόσο “άνιση” γίνεται, κάθε χρόνος που περνά, η επιβάρυνση που καλείται να επωμισθεί ο επιχειρηματικός τομέας της χώρας. Αποκαλύπτουν έτσι την καθαρή επιλογή της κυβέρνησης να επιβάλλει διαδοχικά “βάρη” στην ελληνική επιχειρηματικότητα, προκειμένου να προστατέψει άλλες ομάδες. Και τα “βάρη” αυτά, στο “ορατό” τουλάχιστο μέλλον, έως δηλαδή και το 2018, όχι μόνο δεν αναστρέφονται αλλά μεγεθύνονται.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αξία των φόρων στην παραγωγή και στις εισαγωγές είναι από φέτος υψηλότερη και από τις προ μνημονίων “ειπράξεις”. Είναι δηλαδή πιο μεγάλη και από την εποχή των ισχυρών επιχειρηματικών κερδών, πριν καταρρακωθεί το ΑΕΠ, τα επιχειρηματικά κέρδη, οι επενδύσεις και η απασχόληση (το υψηλότερο “σημείο” που είχαν φτάσει την προ Μνημονίου εποχή ήταν στα 30,4 δισ. ευρώ το 2008 σε τρέχουσες τιμές).

Αντιθέτως, το συνολικό φορολογικό βάρος (tax burden) εκτιμάται από την Κομισιόν ότι θα φτάσει το 2018 στα 70,9 δισ. ευρώ, από 69 δισ. ευρώ φέτος, 67,8 δισ. ευρώ το 2016 και 63,9 δισ. ευρώ το 2014 αλλά και πάλι προ κρίσης ήταν μεγαλύτερο σε αξία (έφτανε στα 77 δισ. ευρώ το 2008) αφού η οικονομία “παρήγαγε” έσοδα. Πλέον, παρά τον πακτωλό των νέων δημοσιονομικών μέτρων, λόγω της κρίσης, ένα μεγάλο μέρος της προ κρίσης φοροδοτικής ικανότητας (των επιχειρήσεων και των πολιτών) έχει χαθεί. Ετσι, καταγράφεται αύξηση των εσόδων από φόρους στο εισόδημα και στην ευημερία (στα 18,5 δισ. ευρώ το 2018 από 18,2 δισ. ευρώ φέτος και 18,1 δισ. ευρώ το 2016 αλλά και 20,3 δισ. ευρώ το 2009) αλλά και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (στα 26,1 δισ. ευρώ το 2018 από 25,5 δισ. ευρώ φέτος, 24,9 δισ. ευρώ το 2016 αλλά και 29,7 δισ. ευρώ το 2010) αλλά όχι τόσο μεγάλες που να φτάνουν τις “εισπράξεις” του παρελθόντος.

Στις δαπάνες η υπερσυγκράτηση σταμάτα και από τα 79,4 δισ. ευρώ συνολικών τρεχουσών δαπανών του Δημοσίου το 2016, ο λογαριασμός αυξάνεται στα 81,7 δισ.  ευρώ το 2017 και στα 81,5 δισ. ευρώ το 2018. Καταγράφεται άνοδος του κόστους μισθοδοσίας στο Δημόσιο, αλλά και “λιτότητα” σε ένα άλλο κρίσιμο πεδίο για την ανάπτυξη, στις επενδύσεις.

Πάγος στις επενδύσεις

Τα αναλυτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αλλά και για τη δυνατότητά της να στηρίζει την πραγματική οικονομία αποκαλύπτουν και μία άλλη παράμετρο: το ύψος των Ακαθάριστων Επενδύσεων Παγίου Κεφαλαίου.

Ήδη λόγω της κρίσης η αξία των επενδύσεων που χρηματοδοτεί το κράτος (κυρίως από το ΠΔΕ) έχει περιοριστεί σε πάρα πολύ χαμηλά επίπεδα, στα 5,5 δισ. ευρώ το 2016, έναντι 13,6 δισ. ευρώ το 2009 πριν την “είσοδο” στα μνημόνια.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ύστερα από μία μικρή αύξηση των επενδύσεων στα 6,6 δισ. ευρώ το 2017, αναμένεται μία νέα πτώση το 2018 στα 5,8 δισ. ευρώ. Ο λόγος για μεγάλη μείωση η οποία μένει να φανεί πώς θα μπορέσει να αντισταθμιστεί μέσω των αντιμέτρων που σχεδιάζει –υπό όρους– να εφαρμόσει η κυβέρνηση το 2019-2020 δίδοντας ένα πολύ μικρό μέρος από τα μέτρα που “δικαιούται”.

Υπερ-πλεονάσματα διαρκείας

Η καταιγίδα νέων μέτρων που έφεραν οι δύο αναθεωρήσεις του Μνημονίου (αυτή του 2016 και αυτή που βρίσκεται τώρα σε φάση ολοκλήρωσης και προσμετράται από την Κομισιόν στις Εαρινές Προβλέψεις της) έχει αποδώσει ήδη σε όρους πλεονασμάτων και μάλιστα ενδεχομένως περισσότερο από αυτό που ήταν αναγκαίο, όπως αποκαλύπτουν οι αναλυτικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα στοιχεία που καταγράφονται στις αναλυτικούς της πίνακες δείχνουν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα πιθανότατα ξεπερνά το μνημονιακό στόχο όχι μόνο για το 2017, αλλά και για το 2018 συνεχίζοντας την “αφαίμαξη” της πραγματικής οικονομίας πέραν των “απαιτήσεων” των μνημονίων.

Προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα σε όρους Eurostat θα φτάσει το 2017 στο 2% του ΑΕΠ και το 2018 στο 3,9% του ΑΕΠ ενώ επιβεβαιώνει την ανακοίνωση της Eurostat τον Απρίλιο ότι διαμορφώθηκε το 2016 στο 3,9% του ΑΕΠ

Υπενθυμίζεται ότι το Μνημόνιο ορίζει πλεονάσματα 0,5% του ΑΕΠ το 2016 1,75% για το 2017 και 3,5% του ΑΕΠ για τα έτη από το 2018 έως τουλάχιστον και το 2021 (μένει να αποφασιστεί για πόσα έτη μετά θα διατηρηθεί ο στόχος).

Οι ορισμοί που περιλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε όρους Eurostat και έχουν κάποιες μικρές διαφορές σε σχέση με τη μνημονιακή πρόβλεψη (σχετίζονται με τον τρόπο υπολογισμού των εσόδων για κέρδη ομολόγων που διακρατούν Κεντρικές Τράπεζες, με τα έσοδα από μέρος των αποκρατικοποιήσεων, τις συναλλαγές που σχετίζονται με το κόστος ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών, ενώ υπάρχει εξαίρεση μέρους των δαπανών για το προσφυγικό).

Για το 2016 η Επιτροπή έκανε αποδεκτό όπως και όλοι οι “θεσμοί” ότι το 3,9% του ΑΕΠ που κατεγράφη ως πρωτογενές πλεόνασμα σε όρους Eurostat οδηγεί σε μνημονιακό πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ. Πλέον και για το 2019 εκτιμά σε όρους Eurostat πλεόνασμα 3,9% του ΑΕΠ…

Η Επιτροπή προέβη στις ανακοινώσεις της την προηγούμενη Πέμπτη σε μείωση της πρόβλεψης για ανάπτυξη στο 2,1% φέτος και στο 2,5% του ΑΕΠ το 2018 έναντι προβλέψεων για αύξηση ΑΕΠ κατά 2,7% φέτος και κατά 3,1% το 2018 που είχαν ανακοινωθεί στις 13/2. Η μείωση του “πήχη” για την Ελλάδα αποδίδεται στις “κακές” οικονομικές επιδόσεις του 4ου τριμήνου του 2016 που συνεπάγονται πολύ χαμηλότερη επίπτωση βάσης (carry-over effect) για το 2017. Χαμηλότερες “πτήσεις” προβλέπει πλέον και για την αποκλιμάκωση της ανεργίας αλλά και για τους υπόλοιπους οικονομικούς δείκτες.

Πηγή : capital.gr