Πώς το Δημόσιο έχασε τη μάχη με το ΣτΕ για φορολογικές παρατάσεις

Το αποτέλεσμα από το συνδυασμό των αποφάσεων.

Να διορθώσουν σημαντικές στρεβλώσεις  που παρήχαν πρόσφορο έδαφος στις ελεγκτικές αρχές να παρατείνουν το χρονικό περιθώριο που ορίζει ο νόμος για την επιβολή φόρων, ήρθαν οι δύο αποφάσεις που έλαβε το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Τόσο αυτή του καλοκαιριού, γνωστή ως 1738 που χειρίστηκε ο έγκριτος δικηγόρος Ευστάθιος Μπακάλης , όσο και η πρόσφατη, με αριθμό 2934 που χειρίστηκε ο επίσης έγκριτος δικηγόρος Γεώργιος Μυλωνογιάννης . Επί της ουσίας το ανώτατο δικαστήριο βρέθηκε σε μία άτυπη αντιπαράθεση με το Δημόσιο, μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Παράλληλα, μία ακόμα υπόθεση, η οποία αφορά περίπτωση αναδρομικότητας στην επιβολή φόρου αναμένεται να κριθεί προσεχώς.

Όπως εξηγεί ο δικηγόρος  και μέτοχος στην εταιρεία, Φορτσάκης, Διακόπουλος, Μυλωνογιάννης και Συνεργάτες, Γιώργος Μυλωνογιάννης, η αρχή για τη διόρθωση των συγκεκριμένων στρεβλώσεων έγινε με την απόφαση 1738 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

«Η συγκεκριμένη απόφαση έκρινε ότι οι διαδοχικοί νόμοι που κυκλοφορούσαν ανά τακτά διαστήματα, παρατείνοντας την ημερομηνία παραγραφής στο δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους. Αυτό που είπε το ΣτΕ επίτης ουσίας είναι ότι η παράταση την οποία δίνει το Δημόσιο, οφείλει να δίνεται το αργότερο την επόμενη χρονιά από τη χρήση την οποία αφορά. Δηλαδή, το 2004 – που αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος 2005 -, εάν επιθυμούσε το Δημόσιο να δώσει παράταση και να μην τελειώσει η προθεσμία που έληγε στις 31/12/2010, θα έπρεπε να το πράξει με ένα νόμο τον οποίο θα δημοσίευε εντός του 2006. Όταν ήρθε μετά την εξαετία το Δημόσιο – δηλαδή μετά το 2010, λαμβάνοντας ως ημερομηνία έναρξης της πενταετίας το οικονομικό έτος και όχι τη χρήση. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι αυτό είναι αντίθετο με το άρθρο 78 του Συντάγματος».

Τι ορίζει το Σύνταγμα

Υπενθυμίζουμε ότι με βάση το άρθρο 78 ορίζεται πως δεν μπορεί οποιοσδήποτε νόμος που επιβάλλει φορολογικό βάρος, να έχει αναδρομική ισχύ μεγαλύτερη από την προηγούμενη χρονιά, από εκείνη που δημοσιεύθηκε ο νόμος. Άρα, εφόσον δημοσιεύθηκε ο νόμος το 2010, δεν μπορεί να παρατείνει το οικονομικό έτος 2005 – χρήση 2004 – καθότι έρχεται πέντε χρόνια αργότερα και επομένως η προθεσμία έχει παρέλθει.

 

Η παρερμηνεία από πλευράς Δημοσίου

«Επί της ουσίας η προθεσμία για να επιβάλλει φόρους το Δημόσιο είναι είτε πενταετής, είτε δεκαετής. Ανάλογα με το εάν μετά την πάροδο της πενταετίας και έως τα δέκα χρόνια, προκύψουν συμπληρωματικά στοιχεία, τότε η πενταετία επεκτείνεται σε δεκαετία. Το Δημόσιο με τους διάφορους νόμους, θεωρούσε ότι παρατείνεται τόσο η πενταετής όσο και η δεκαετής παράτασης, εάν υπήρχαν νέα στοιχεία», εξηγεί ο κύριος Μυλωνογιάννης.

Εάν λάβουμε ως παράδειγμα τη χρήση του 2004 (φορολογικό έτος 2005), η πενταετής προθεσμία, έληγε στις 31/12/2010. Το Δημόσιο το 2010 με το νόμο 3888, αποφάσισε ότι η προθεσμία παραγραφής στο δικαίωμά του να βάλει φόρο – έληγε στις 31/12/2010 -, παρατείνεται για έναν ακόμα χρόνο.

Όπως επισημαίνει ο κύριος Μυλωνογιάννης, με βάση τη λογική του Δημοσίου, τόσο η πενταετής, όσο και η δεκαετής παράταση για τη χρήση του 1999 (φορολογικό έτος 2000), παρατείνονται για έναν ακόμα χρόνο.

Επισημαίνουμε ότι στην υπόθεση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αφορούσε συγκεκριμένη περίπτωση προσφυγής, η χρονιά για την οποία βγήκε η απόφαση ήταν το 2002(φορολογικό έτος 2003), για την οποία υπήρξαν νόμοι που παρατείναν το δικαίωμα του Δημοσίουνα διεκδικήσει φορολογικά έσοδα. Ωστόσο το ΣτΕ ήρθε να διορθώσει τιςπαρατάσεις που δίνονταν απότο 2006 και μετά με την απόφαση 1738. Επιπλέον στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρχαν συμπληρωματικά στοιχεία και η υπόθεση αφορούσε τακτικόέλεγχο.

 

Η υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση του Νοεμβρίου

Στη συνέχεια ακολούθησε η απόφαση 2934 του φετινού Νοεμβρίου, στην οποία κρίθηκε το κατάπόσο οι ελληνικοί τραπεζικοί λογαριασμοί αποτελούν συμπληρωματικό στοιχείο.

Όπως λέει ο δικηγόρος, από το συνδυασμό των άρθρων 84 και 68 παρ. 2του νόμου 2238/1994, προκύπτει ότι το Δημόσιο, έχει την καταρχήν βασική πενταετή προθεσμία για να επιβάλλει φόρο. Όμως αυτή η προθεσμία καθίσταται δεκαετής, εάν μετά την πάροδο της αρχικής δεκαετίας, περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής αρχής, συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία δεν γνώριζε το Δημόσιο, ούτε μπορούσε να τα γνωρίζει, και έτσι το δικαίωμα επιβολής φόρων παρατεινόταν για ακόμα πέντε χρόνια.

 

Οι ελληνικοί τραπεζικοί λογαριασμοί ως συμπληρωματικό στοιχείο

«Η εφορία θεωρούσε τους ελληνικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ως συμπληρωματικό στοιχείο. Έτσι μετά την πάροδο της πενταετίας άνοιγε τους λογαριασμούς με το αιτιολογικό ότι δεν γνώριζε κατά την πρώτη δεκαετία την ύπαρξή του και ταυτόχρονα παράτεινε το χρόνο επιβολής φόρων από τα 5 στα 10 έτη. Το ΣτΕ ήρθε και έκρινε το αυτονόητο: ότι αφού η εφορία είχε το δικαίωμα εκ του νόμου να ελέγξει το φορολογούμενο κατά την πρώτη δεκαετία, εάν δεν το έπραττε, ήταν δική της παράλειψη», εξηγεί ο Γ. Μυλωνογιάννης.

 

«Πριν βγουν αυτές οι δύο αποφάσεις, εκτός από τις παρατάσεις που έδινε στο χρόνο επιβολής φόρων το Δημόσιο, μαζ ίμε τις παραβάσεις που βεβαιώνονταν, η υπόθεση διαιωνιζόταν», συμπληρώνει.

Το αποτέλεσμα από το συνδυασμό των αποφάσεων

Επί της ουσίας από το συνδυασμό των δύο παραπάνω αποφάσεων προκύπτει και επιβάλλεται από το ΣτΕ η πενταετής προθεσμία, εφόσον δεν υπάρχουν συμπληρωματικά στοιχεία, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο ο ελληνικός τραπεζικός λογαριασμός.

Παρόλ’ αυτά μία ακόμα υπόθεση αναφορικά με την αναδρομικότητα θα κριθεί μία ακόμα υπόθεση στο ανώτατο δικαστήριο προσεχώς, και πιθανότατα το Δημόσιο θα είναι για μία ακόμα φορά ο χαμένος και αυτής της υπόθεσης.

Σύμφωνα με τον κύριο Μυλωνογιάννη, σε αυτή την περίπτωση υπουργείο Οικονομικών έχει κάνει ένα λάθος στην ερμηνεία των αποφάσεων.

«Ο νόμος 4174/2013, με ισχύ από 1/1/2014, στο άρθρο 36 παρ. 3 ορίζει ότι σε περίπτωση που υπάρχει φοροδιαφυγή με την αποφυγή φόρου άνω των 100.000 για το εισόδημα και πάνω από 50.000 για τον ΦΠΑ, η προθεσμία του Δημοσίου από πενταετής γίνεται 20ετής. Ο νόμος μάλιστα συμπληρώνει ότι ο η παράταση ισχύει και για τις χρονιές εκείνες, που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος, και δεν έχουν παραγραφεί. Όταν διαβάζει κανείς το νόμο αυτό χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ(2934), υποθέτει ότι το 2014, η τελευταία χρήση που δεν έχει παραγραφεί είναι το 2008 (οικονομικό έτος 2009) και επομένως η παραγραφή είναι στις 31/12/2014. Άρα ακόμα και για τη χρήση του 2008 μπορεί το Δημόσιο εάν ανακαλύψει φοροδιαφυγή πάνω από 100.000 ευρώ σε αναλογούντα φόρο, να παρατείνει την προθεσμία φοροεπιβολής στα 20 έτη. Όμως η 1738 του ΣτΕ αναφέρει πως με ένα νόμο του 2014 δεν μπορεί να ανατρέξει το Δημόσιο σε περισσότερα από δύο παρελθόντα έτη. Άρα, είναι ανίσχυρη αυτή η πρόβλεψη και αντισυνταγματική, εφόσον το κράτος επιδιώκει να πάει πίσω από το 2012», εξηγεί.

Άρα το 2008 δεν μπορεί να παραταθεί – σε ό,τι αφορά το χρόνο παραγραφής – με το νόμο του 2014 από τα 5 έτη στα 20. Ωστόσο το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απεφάνθη ότι επειδή δεν κρίθηκε αυτό καθεαυτό το γεγονός στη 1738, η οποία ήταν για το 2002, παρέπεμψε την υπόθεση στη Δικαιοσύνη. Το ΣτΕ όμως από την πλευρά του, διορθώνει και τους επόμενους νόμους, υποστηρίζοντας ότι όλοι έκαναν το ίδιο ακριβώς λάθος. Δηλαδή, ανέτρεχαν και έδιναν παρατάσεις για χρόνο πολύ μεγαλύτερο από το ένα έτος που επιτρέπει το Σύνταγμα.

Αυτό που επίκειται πλέον, είναι να διευκρινιστεί τι θα γίνει με τη συγκεκριμένη περίπτωση του 2008, στην οποία παρατείνεται το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φόρο, από την πενταετία στην εικοσαετία.

Πηγή : forologikanea