Φοροδιαφυγή: Τι Είναι, Ποινές & Πρόστιμα (2026)
- 29/10/2026
- Φορολογικά
Μια πώληση χωρίς απόδειξη, ένα έσοδο που δεν εμφανίζεται στη δήλωση ή ένα τιμολόγιο για υπηρεσία που δεν παρασχέθηκε ποτέ. Η φοροδιαφυγή μπορεί να ξεκινά από μια συναλλαγή, αλλά οι συνέπειές της δεν περιορίζονται στον φόρο που δεν πληρώθηκε.
Για μια επιχείρηση, το κόστος μπορεί να περιλαμβάνει πρόσθετους φόρους, τόκους, πρόστιμα και, στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, ποινική δίωξη. Ωστόσο, δεν είναι κάθε λογιστικό λάθος φοροδιαφυγή ούτε κάθε παράβαση κακούργημα. Το είδος της πράξης, η πρόθεση και το ύψος του φόρου καθορίζουν τη διαφορετική αντιμετώπιση κάθε υπόθεσης.
Τι είναι η φοροδιαφυγή;
Φοροδιαφυγή είναι, με απλά λόγια, η παράνομη αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων, μέσα από απόκρυψη στοιχείων ή άλλες ενέργειες που μειώνουν τον φόρο που πρέπει να αποδοθεί.
Το άρθρο 79 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας περιγράφει τις πράξεις που συνιστούν εγκλήματα φοροδιαφυγής. Βασικό στοιχείο είναι η πρόθεση: ο φορολογούμενος ενεργεί εν γνώσει του για να αποφύγει την πληρωμή φόρου.
Στην πράξη, χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι:
- Η απόκρυψη εσόδων από πωλήσεις ή παροχή υπηρεσιών.
- Η καταχώριση ανύπαρκτων δαπανών για να εμφανιστούν χαμηλότερα κέρδη.
- Η σκόπιμη μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων.
- Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η αποδοχή εικονικών στοιχείων.
Η καθυστερημένη υποβολή μιας δήλωσης ή ένα σφάλμα στην καταχώριση δεν αρκούν, από μόνα τους, για να στοιχειοθετηθεί ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής. Μπορούν, όμως, να επιφέρουν διοικητικές κυρώσεις.
Αντίστοιχα, η αξιοποίηση μιας νόμιμης έκπτωσης ή απαλλαγής δεν αποτελεί φοροδιαφυγή. Προϋποθέτει, βέβαια, πραγματικές συναλλαγές, κατάλληλα δικαιολογητικά και τήρηση των όρων που θέτει η νομοθεσία.
Πρόστιμα και ποινές φοροδιαφυγής: ποια είναι η διαφορά;
Οι διοικητικές κυρώσεις και οι ποινές φοροδιαφυγής εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό.
Η ΑΑΔΕ καταλογίζει τον φόρο που δεν αποδόθηκε και, ανάλογα με την παράβαση, πρόστιμα και τόκους. Η ποινική ευθύνη εξετάζεται από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου.
Αυτό σημαίνει ότι μια παράβαση μπορεί να έχει διοικητικές συνέπειες ακόμη και όταν το ποσό δεν ξεπερνά τα όρια ποινικής δίωξης. Αντίστροφα, η επιβολή προστίμου δεν αποκλείει την ποινική διερεύνηση.
Για παράδειγμα, η απόκρυψη εσόδων που οδηγεί σε διαφορά φόρου εισοδήματος 20.000 ευρώ δεν φτάνει το όριο του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος. Η επιχείρηση, όμως, εξακολουθεί να οφείλει τον φόρο και τις προβλεπόμενες επιβαρύνσεις. Αν εμπλέκονται εικονικά τιμολόγια, εξετάζεται επιπλέον το ειδικό πλαίσιο γι’ αυτά.
Η σωστή τήρηση λογιστικών βιβλίων βοηθά να εντοπίζονται εγκαίρως αποκλίσεις μεταξύ παραστατικών, δηλώσεων και πραγματικών συναλλαγών.
Πότε η φοροδιαφυγή είναι κακούργημα;
Για τις βασικές περιπτώσεις απόκρυψης ή μη απόδοσης φόρου, τα χρηματικά όρια υπολογίζονται ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος και ανά είδος φόρου.
| Κατηγορία | Πλημμέλημα — φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών | Κακούργημα — κάθειρξη |
| ΦΠΑ | Ποσό πάνω από 50.000€ και έως 100.000€ | Ποσό πάνω από 100.000€ |
| Φόρος εισοδήματος και λοιπές περιπτώσεις φόρων, τελών ή εισφορών του άρθρου 79 | Ποσό πάνω από 100.000€ και έως 150.000€ | Ποσό πάνω από 150.000€ |
Τα όρια αφορούν τον φόρο που διαφεύγει, όχι τον τζίρο ή την αξία των αδήλωτων πωλήσεων.
Επομένως, αδήλωτες πωλήσεις 160.000 ευρώ δεν σημαίνουν αυτομάτως κακούργημα φοροδιαφυγής εισοδήματος. Χρειάζεται να υπολογιστεί ο φόρος που αναλογεί στην αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη. Επίσης, διαφορετικοί φόροι ή διαφορετικά έτη δεν αθροίζονται απλώς για να ξεπεραστεί ένα όριο.
Η ποινή για φοροδιαφυγή δεν καθορίζεται μόνο από το ποσό. Στην επιμέτρησή της λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια της απόκρυψης και η χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων.
Εικονικά τιμολόγια: διαφορετικά όρια, ξεχωριστές συνέπειες
Ένα τιμολόγιο για ανύπαρκτη αγορά δεν είναι απλώς μια δαπάνη που θα απορριφθεί στον έλεγχο. Η έκδοση ή αποδοχή εικονικών στοιχείων μπορεί να δημιουργήσει ποινική ευθύνη ανεξάρτητα από το αν τελικά διέφυγε φόρος.
Το άρθρο 79 προβλέπει βασική ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών για τις πράξεις που περιγράφει σχετικά με πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα στοιχεία.
Ειδικά για έκδοση ή αποδοχή εικονικών στοιχείων που αφορούν συναλλαγή ανύπαρκτη συνολικά ή εν μέρει:
- Πάνω από 75.000 ευρώ συνολικής αξίας, προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
- Πάνω από 200.000 ευρώ συνολικής αξίας, προβλέπεται κάθειρξη έως δέκα έτη.
Εδώ εξετάζεται η αξία των εικονικών στοιχείων και όχι το ποσό του φόρου. Παράλληλα, υπάρχουν ειδικοί κανόνες όταν αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη άλλου εγκλήματος φοροδιαφυγής, ώστε να αποφεύγεται η διπλή ποινική αξιολόγηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Φοροδιαφυγή: πρόστιμα για συνηθισμένες παραβάσεις
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο πρόστιμο για κάθε περίπτωση φοροδιαφυγής. Οι κυρώσεις εξαρτώνται από την παράβαση, το λογιστικό σύστημα και τυχόν υποτροπή.
Μη έκδοση αποδείξεων ή τιμολογίων
Για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, η μη έκδοση παραστατικού επιφέρει πρόστιμο 50% του ΦΠΑ που θα προέκυπτε. Αν το στοιχείο είναι ανακριβές, το πρόστιμο υπολογίζεται στη σχετική διαφορά ΦΠΑ.
Το ελάχιστο συνολικό πρόστιμο ανά φορολογικό έλεγχο είναι 250 ευρώ για απλογραφικά και 500 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία.
Σε υποτροπή, το ποσοστό αυξάνεται στο 100%, με ελάχιστα ποσά 500 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα. Σε κάθε νέα υποτροπή φτάνει στο 200%, με ελάχιστα ποσά 1.000 και 2.000 ευρώ.
Για πράξεις χωρίς ΦΠΑ, τα βασικά πρόστιμα μη έκδοσης ή ανακριβών παραστατικών είναι 500 και 1.000 ευρώ ανά έλεγχο αντίστοιχα. Οι κανόνες περιλαμβάνονται στο άρθρο 57 του ΚΦΔ.
Ανακριβής φορολογική δήλωση
Στο γενικό πλαίσιο του άρθρου 54 του ΚΦΔ, το πρόστιμο υπολογίζεται επί της διαφοράς φόρου που προκύπτει από τον έλεγχο:
- 10% της διαφοράς, όταν αυτή αντιστοιχεί σε 5% έως 20% του φόρου της δήλωσης.
- 25% της διαφοράς, όταν υπερβαίνει το 20% και φτάνει έως το 50%.
- 50% της διαφοράς, όταν υπερβαίνει το 50%.
Ειδικά στις ανακριβείς δηλώσεις ΦΠΑ ή παρακρατούμενων φόρων, προβλέπεται πρόστιμο 50% της διαφοράς.
Ο φόρος εξακολουθεί να οφείλεται, ενώ υπολογίζονται και οι νόμιμοι τόκοι. Όταν συντρέχουν περισσότερες παραβάσεις, εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες συνδυασμού των κυρώσεων· δεν προστίθενται όλα τα πρόστιμα μηχανικά.
Φοροδιαφυγή και παραγραφή: τι πρέπει να γνωρίζετε
Η παραγραφή στη φοροδιαφυγή έχει δύο διαφορετικές πλευρές: το δικαίωμα της ΑΑΔΕ να καταλογίσει φόρο και την παραγραφή του ποινικού αδικήματος.
Για τον φορολογικό καταλογισμό, ο γενικός κανόνας είναι πενταετία από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Προβλέπονται, όμως, παρατάσεις και περιπτώσεις δεκαετίας, όπως η μη υποβολή δήλωσης υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Στο ποινικό σκέλος, οι βασικοί χρόνοι είναι πέντε έτη για πλημμελήματα και δεκαπέντε για κακουργήματα που απειλούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Η έναρξη και η αναστολή τους, όμως, διέπονται από ειδικούς κανόνες του ΚΦΔ.
Συνεπώς, η πενταετία δεν μετρά πάντοτε από την ημέρα της συναλλαγής. Πριν εξαχθεί συμπέρασμα για παραγραφή, πρέπει να εξεταστούν το έτος της υπόθεσης, οι πράξεις ελέγχου, τυχόν προσφυγές και οι μεταβατικές διατάξεις. Το σχετικό πλαίσιο αποτυπώνεται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας που έχει κοινοποιήσει η ΑΑΔΕ.
Πώς γίνεται καταγγελία για φοροδιαφυγή;
Η καταγγελία για φοροδιαφυγή μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά στην πλατφόρμα «Καταγγελίες Πολιτών» της ΑΑΔΕ, επώνυμα ή ανώνυμα.
Για να μπορεί να αξιοποιηθεί, χρειάζεται συγκεκριμένα στοιχεία: ποια επιχείρηση αφορά, πού και πότε συνέβη το περιστατικό και τι ακριβώς διαπιστώθηκε. Μπορούν επίσης να επισυναφθούν σχετικά αρχεία.
Για αποδείξεις με QR code, υπάρχει η επίσημη εφαρμογή appodixi. Ο πολίτης σαρώνει την απόδειξη και, αν εντοπιστεί μη διαβίβαση ή απόκλιση, μπορεί να την αποστείλει στην ΑΑΔΕ για έλεγχο.
Η υποβολή καταγγελίας δεν αποδεικνύει από μόνη της φοροδιαφυγή. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αξιολογούν τις πληροφορίες και διερευνούν την υπόθεση.
Τι μπορεί να κάνει μια επιχείρηση για να περιορίσει τον κίνδυνο;
Η φορολογική συμμόρφωση χρειάζεται καθημερινή οργάνωση: σωστή έκδοση παραστατικών, έλεγχο των δαπανών, συμφωνία βιβλίων και δηλώσεων και έγκαιρη αντιμετώπιση αποκλίσεων.
Αν εντοπιστεί λάθος, χρειάζεται άμεση αξιολόγηση με τον λογιστή. Αν έχει ξεκινήσει έλεγχος ή προκύπτει ποινικό ζήτημα, απαιτείται και κατάλληλη νομική υποστήριξη. Μια διόρθωση ή πληρωμή δεν πρέπει να θεωρείται ότι εξαλείφει αυτομάτως κάθε συνέπεια.
Στη Business Management βοηθάμε τις επιχειρήσεις να οργανώνουν τις λογιστικές τους διαδικασίες και να παρακολουθούν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Επικοινωνήστε με την ομάδα μας για να εξετάσουμε τις ανάγκες της επιχείρησής σας και τα σημεία που χρειάζονται προσοχή.
